Η Προσωπική Ζωή του Τζένγκις Χαν


Η Προσωπική Ζωή του Τζένγκις Χαν
- Ντάγκλας Άνταμς

Οι τελευταίοι καβαλάρηδες εξαφανίστηκαν μέσα στον καπνό και ο ορυμαγδός από τις οπλές τους άρχισε να ξεμακραίνει στο βάθος του γκρίζου τοπίου.

Πάνω στη γη απόμεινε να αιωρείται o καπνός. Σύρθηκε προς τον ήλιο που καθώς έδυε έμοιαζε σαν ανοιχτή πληγή στο δυτικό ουρανό.


Στην εκκωφαντική σιωπή που ακολούθησε τη μάχη ήταν λίγες, πολύ λίγες, θλιβερά λιγοστές οι κραυγές που έβγαιναν μέσα από τα ματωμένα, άμορφα συντρίμμια του πεδίου.


Φιγούρες σαν φαντάσματα, αποσβολωμένες από τον τρόμο, πρόβαλαν σκοντάφτοντας μέσα από τα δέντρα, κι ύστερα άρχισαν να τρέχουν με ξεφωνητά – γυναίκες που έψαχναν τους άντρες τους, τ’ αδέρφια τους, τους πατεράδες τους, τους εραστές τους, στην αρχή ανάμεσα στους ετοιμοθάνατους και κατόπιν ανάμεσα στους νεκρούς. Το τρεμάμενο φως που έφεγγε στο ψάξιμο ήταν από το φλεγόμενο χωριό τους, που το απόγευμα εκείνο είχε καταστεί επισήμως τμήμα της Αυτοκρατορίας των Μογγόλων.


Οι Μογγόλοι.


Ξεχύθηκαν μέσα από τις ερημιές της κεντρικής Ασίας σαρώνοντας τα πάντα, μια δύναμη βαρβαρική για την οποία ο κόσμος ήταν εντελώς απροετοίμαστος. Σαν μανιασμένο δρεπάνι σάρωναν, τσάκιζαν, πετσόκοβαν, κονιορτοποιούσαν ό,τι έβρισκαν στο διάβα τους και το βάφτιζαν κατάκτηση.





Και στις χώρες εκείνες που ήδη τους φοβούνταν ή που επρόκειτο σύντομα να τους φοβηθούν, κανενός άλλου το όνομα δεν έσπερνε μεγαλύτερο τρόμο από του ηγέτη τους, του Τζένγκις Χαν. Ο μεγαλύτερος Ασιάτης πολέμαρχος έστεκε πανίσχυρος, από τους στρατιώτες του λατρευόταν σαν Θεός, ξεχώριζε από το ψυχρό φως των γκριζοπράσινων ματιών του, τη βαρβαρική ρυτίδα στο μέτωπο, και από το γεγονός ότι μπορούσε να τσακίσει όλους τους υπόλοιπους στο ξύλο.


Αργότερα το ίδιο βράδυ το φεγγάρι ανέτειλε, και με το φως του μια μικρή ομάδα καβαλάρηδων βγήκε σιωπηρά από το στρατόπεδο των Μογγόλων που απλωνόταν πάνω σε ένα γειτονικό λόφο. Κάποιος τυχαίος παρατηρητής που μπορεί να βρισκόταν στο σημείο δεν θα πρόσεχε τίποτα ιδιαίτερο πάνω στον άνδρα που ίππευε στο μέσον τυλιγμένος με μια βαριά χλαίνη, νευρικός και σκυφτός πάνω στο άλογό του σαν να τον λύγιζε κάποιο ασήκωτο φορτίο, γιατί ο τυχαίος αυτός παρατηρητής θα ήταν ήδη νεκρός.


Οι καβαλάρηδες πορεύτηκαν για μερικά μίλια μέσα από τα φεγγαρόλουστα δάση ακολουθώντας τα μονοπάτια, ώσπου τελικά έφτασαν σ’ ένα μικρό ξέφωτο κι εκεί έδεσαν τα άλογά τους και φρόντισαν τον αρχηγό τους.


Εκείνος βγήκε αργά με το άλογό του μπροστά και παρατήρησε τα λιγοστά αγροτόσπιτα που στριμώχνονταν κοντά-κοντά το ένα με το άλλο στο κέντρο του ξέφωτου, πασχίζοντας απεγνωσμένα και βιαστικά να δείξουν εγκαταλελειμμένα.


Ελάχιστος καπνός ανέβαινε από τις πρωτόγονες καμινάδες. Σχεδόν κανένα φως δεν διακρινόταν στα παράθυρα και από μέσα τους δεν έβγαινε ο παραμικρός θόρυβος, εκτός από τη φωνή ενός μικρού παιδιού που έκανε «σσσσστ...».


Μια παράξενη πράσινη λάμψη άστραψε για μια στιγμή τα μάτια του αρχηγού των Μογγόλων. Πάνω στη λεπτή, αραιή γενειάδα του ζωγραφίστηκε κάτι βαρύ και θανατερό, που μετά βίας θα μπορούσες να το πεις χαμόγελο. Εκείνο το περίεργο είδος χαμόγελου που, αν κανείς ήταν τόσο ηλίθιος ώστε να τολμήσει το κοιτάξει, θα καταλάβαινε (στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που θα του απέμεναν) ότι τίποτα δεν απολάμβανε περισσότερο ένας Μογγόλος πολέμαρχος που μόλις είχε περάσει τη μέρα του κομματιάζοντας κόσμο, από ένα τρικούβερτο νυχτερινό γλέντι.


Η πόρτα τινάχτηκε διάπλατα ανοιχτή. Σαν άγριος άνεμος, ένας Μογγόλος πολεμιστής όρμησε μέσα στο καλύβι. Δυο παιδάκια έτρεξαν ουρλιάζοντας στη μάνα τους που, ζαρωμένη στη γωνιά του μικροσκοπικού δωματίου κοίταζε με τα μάτια γουρλωμένα. Ένα σκυλί αλύχτησε.


Ο πολεμιστής εκσφενδόνισε στη φωτιά που σιγόκαιγε ακόμα τον πυρσό που βαστούσε, κι ύστερα πέταξε μέσα και το σκυλί. Έτσι, για να μάθει να είναι σκυλί. Ο τελευταίος επιζήσαντας αρσενικός της οικογενείας, ένας γκριζομάλλης και γερασμένος παππούλης, βγήκε θαρραλέα μπροστά με βλέμμα σπινθηροβόλο. Με μια αστραπιαία κίνηση του σπαθιού, ο Μογγόλος κλάδεψε το κεφάλι του γέρου στέλνοντας το κουτρουβαλώντας στο πάτωμα ώσπου κατέληξε να γείρει κομψά πάνω στο πόδι του τραπεζιού. Το κορμί του γέρου στάθηκε όρθιο για μια στιγμή μην ξέροντας τι να σκεφτεί. Καθώς άρχιζε αργά, επιβλητικά να σωριάζεται προς τα μπρος, ο Χαν δρασκέλησε μέσα στο σπίτι και το έσπρωξε απότομα στην άκρη. Περιεργάστηκε την ευτυχισμένη οικογενειακή στιγμή και της απένειμε ένα είδος ζοφερού χαμόγελου. Ύστερα, πήγε σε μια μεγάλη καρέκλα και κάθισε, αφού πρώτα τη δοκίμασε για να διαπιστώσει αν είναι άνετη. Όταν έμεινε ευχαριστημένος, άφησε ένα βαρύ αναστεναγμό και ακούμπησε πίσω, απέναντι από τη φωτιά όπου ο σκύλος καιγόταν τώρα πολύ ευχάριστα.


Ο πολεμιστής άρπαξε την τρομοκρατημένη γυναίκα, έσπρωξε απότομα στην άκρη τα παιδιά της και την έσυρε τρεμάμενη μπροστά στο μεγάλο Χαν.


Ήταν νέα και όμορφη, με μακριά, μουσκεμένα μαύρα μαλλιά. Ο κόρφος της βαριανάσαινε και το πρόσωπό της το παραμόρφωνε ο φόβος.


Ο Χαν της έριξε ένα αργό, περιφρονητικό βλέμμα.


«Ξέρει», είπε στο τέλος με σιγανή, νεκρική φωνή, «ποιός είμαι εγώ;».


«Ει... είσαι ο μεγάλος Χαν!», φώναξε η γυναίκα.


Τα μάτια του Χαν καρφώθηκαν στα δικά της.


«Ξέρει», σύριξε, «τι ζητάω απ’ αυτήν;».


«Θ... θα κάνω τα πάντα για σένα, ω Χαν», τραύλισε η γυναίκα, «λυπήσου μόνο τα παιδιά μου!».


«Ξεκίνα τότε», είπε σιγανά ο Χαν. Το βλέμμα του χαμήλωσε και στυλώθηκε απόμακρα στη φωτιά.


Διστακτικά, τρέμοντας από φόβο, η γυναίκα πλησίασε κι ακούμπησε δοκιμαστικά ένα χλωμό χέρι πάνω στο μπράτσο του Χαν.


Μ’ ένα χτύπημα, ο στρατιώτης της απομάκρυνε το χέρι.


«Όχι αυτό!», γαύγισε.





Η γυναίκα ξαναπλησίασε νευρικά. Καταλάβαινε ότι έπρεπε να βελτιωθεί. Τρέμοντας ακόμα, γονάτισε στο πάτωμα και άρχισε ν’ ανοίγει σιγά, σιγά τα γόνατα του Χαν.


«Κόφτο!» ούρλιαξε ο στρατιώτης και την έσπρωξε βίαια πίσω. Στα μάτια της η σαστιμάρα άρχισε να σμίγει με τον τρόμο καθώς ζάρωνε στο πάτωμα.


«Έλα», της φώναξε απότομα ο στρατιώτης, «ρώτησέ τον πώς ήταν η μέρα του».


«Τι...;», έσκουξε, «δε... δεν καταλαβαίνω τι...».


Ο στρατιώτης τη βούτηξε, της εσφιξε το κεφάλι με το μπράτσο, και έμπηξε την αιχμή του σπαθιού του στο λαιμό της.


«Σου είπα ρώτησέ τον πώς ήταν η μέρα του!», έγρουξε μέσα από τα δόντια.


Η γυναίκα κοντανάσαινε από τον πόνο κι από τη σύγχυση. Το σπαθί μπήχτηκε πάλι. «Πες του το!».


«Εεε, πώς... ήταν... εε...», άρχισε να λέει μ’ ένα διστακτικό, πνιγμένο νιαούρισμα, «η μέρα σου;».


«Χρυσέ μου!», σύριξε μέσα απ’ τα δόντια ο στρατιώτης, «πες τον χρυσέ μου!».


Τα μάτια της γούρλωσαν από τον τρόμο αντικρίζοντας το σπαθί.


«Πώς ήταν η μέρα σου... χρυσέ μου;», ρώτησε κλαψιάρικα.


Ο Χαν σήκωσε το βλέμμα του στιγμιαία, κουρασμένα.


«Ε, τα συνηθισμένα», είπε, «βίαιη».


Ξανακάρφωσε το βλέμμα του στη φωτιά.


«Ωραία», είπε στη γυναίκα ο στρατιώτης, «συνέχισε».


Εκείνη χαλάρωσε ελάχιστα. Της φάνηκε σαν να είχε περάσει κάποιου είδους δοκιμασία. Ίσως να ακολουθούσε το συνηθισμένο από δω και πέρα και να κατάφερνε τουλάχιστον να ξεμπερδεύει. Πλησίασε διστακτικά και άρχισε πάλι να χαϊδεύει τον Χαν.


Ο στρατιώτης την εκσφενδόνισε άγρια στην άλλη άκρη του δωματίου, την κλώτσησε, και την έσυρε πάλι όρθια ενώ εκείνη ούρλιαζε.


«Σου είπα κόφτο αυτό!», βρυχήθηκε. Την τράβηξε κολλώντας σχεδόν το πρόσωπό της στο δικό του και ξεφύσηξε πάνω της όλο το χνώτο από το φτηνό κρασί και τη μιας βδομάδας μπαγιάτικη μπόχα από ταγγιασμένο κατσικίσιο ξύγκι, πράγμα που δεν κατάφερε να της φτιάξει τη διάθεση καθώς της έφερε απότομα στο νου το μακαρίτη τον άντρα της που συνήθιζε να της κάνει το ίδιο κάθε βράδυ. Άρχισε να κλαίει γοερά.


«Φέρσου του καλά!», μούγκρισε ο Μογγόλος κι έφτυσε πάνω της ένα από τα ανεπιθύμητα δόντια του, «ρώτησέ τον πώς πάει η δουλειά!».


Εκείνη τον κοίταζε χάσκοντας. Ο εφιάλτης συνεχιζόταν. Ένα τσουχτερό χαστούκι προσγειώθηκε στο μάγουλό της.


«Πες του απλώς», γρύλισε πάλι ο στρατιώτης, «πώς πάει η δουλειά, χρυσέ μου;», και την έσπρωξε μπροστά.


«Πώως... πώς πάει η δουλειά... χρυσέ μου;», γρύλισε εκείνη θλιβερά.


Ο στρατιώτης την ταρακούνησε. «Βάλε λίγο συναίσθημα!», βρυχήθηκε.


Ξανάρχισε τα αναφιλητά. «Πώς... πώς πάει η δουλειά... χρυσέ μου;», γρύλισε πάλι θλιβερά, αλλά προσθέτοντας αυτή τη φορά κάτι σαν φουκαριάρικο συνοφρύωμα στο τέλος.


Ο μεγάλος Χαν αναστέναξε.


«Ε, όχι κι άσχημα υποθέτω», είπε με τόνο αποσταμένο από τα βάσανα του κόσμου. «Σαρώσαμε λίγο τη Μαντζουρία και χύσαμε μπόλικο αίμα. Το πρωί αυτά, ύστερα το απόγεμα γίνανε λεηλασίες κυρίως, αν και κατά τις τεσσερισήμισι είχε και λίγο αιματοκύλισμα. Εσένα πώς ήταν η μέρα σου;».


Και λέγοντας αυτά, έβγαλε δυο παπύρους με χάρτες μέσα από τις γούνες του και άρχισε να τους μελετάει αφηρημένα υπό το φως του σκύλου που σιγόκαιγε.


Ο Μογγόλος πολεμιστής τράβηξε μια πυρακτωμένη μασιά από τη φωτιά και πλησίασε απειλητικά προς τη γυναίκα.


«Πες του! Συνέχισε!».


Εκείνη πισωπάτησε αφήνοντας μια κραυγή.


«Πες του!».


«Εε, σκοτώθηκε ο άντρας μου και ο πατέρας μου!», είπε.


«Αλήθεια χρυσή μου;», είπε αφηρημένα ο Χαν, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι από τους χάρτες του.


«Κάηκε και το σκυλί!».


«Ναι, ε;».


«Ε, αυτά...».


Ο στρατιώτης έκανε ξανά προς το μέρος της με τη μασιά.


«Α, και με βασάνισαν και λιγάκι!», στρίγγλισε η γυναίκα.


Ο Χαν σήκωσε το βλέμμα του να την κοιτάξει. «Τι;», είπε αποσπασμένος, «συγνώμη χρυσή μου, διάβαζα αυτό εδώ πέρα...».


«Ωραία», είπε ο στρατιώτης, «γκρίνιαξέ του!».


«Τι;».


«Απλώς πες του, ‘Κοίτα Τζένγκις, παράτα το αυτό την ώρα που σου μιλάω. Όλη μέρα κάθομαι κλεισμένη εδώ μέσα σαν τη σκλάβα πάνω απ’ την κουζ...’».


«Θα με σκοτώσει!».


«Σε μακελέψω εγώ άμα δεν το κάνεις!».


«Δεν το αντέχω!», φώναξε η γυναίκα και κατέρρευσε στο πάτωμα. Ρίχτηκε στα πόδια του μεγάλου Χαν. «Μη με τυραννάς», είπε κλαίγοντας, «αν σκοπεύεις να με βιάσεις, βίασέ με, αλλά μην...».


Ο μεγάλος Χαν σηκώθηκε όρθιος και την κοίταξε βλοσυρά. «Όχι», μουρμούρισε άγρια, «θα με περιγελούσες – είσαι κι εσύ σαν όλες τις άλλες».


Όρμηξε έξω από το καλύβι και κάλπασε μακριά μέσα στη νύχτα με τόση μανία ώστε σχεδόν ξέχασε να πυρπολήσει το χωριό προτού φύγει.


===


Ύστερα από άλλη μία εξαιρετικά βίαιη μέρα, οι τελευταίοι καβαλάρηδες εξαφανίστηκαν μέσα στον καπνό και ο ορυμαγδός από τις οπλές τους άρχισε να ξεμακραίνει στο βάθος του γκρίζου τοπίου.


Πάνω στη γη απόμεινε να αιωρείται o καπνός. Σύρθηκε προς τον ήλιο που καθώς έδυε έμοιαζε σαν ανοιχτή πληγή στο δυτικό ουρανό.


Στην εκκωφαντική σιωπή που ακολούθησε τη μάχη ήταν λίγες, πολύ λίγες, θλιβερά λιγοστές οι κραυγές που έβγαιναν μέσα από τα ματωμένα, άμορφα συντρίμμια του πεδίου.


Φιγούρες σαν φαντάσματα, αποσβολωμένες από τον τρόμο, πρόβαλαν σκοντάφτοντας μέσα από τα δέντρα, κι ύστερα άρχισαν να τρέχουν με ξεφωνητά – γυναίκες που έψαχναν τους άντρες τους, τ’ αδέρφια τους, τους πατεράδες τους, τους εραστές τους, στην αρχή ανάμεσα στους ετοιμοθάνατους και κατόπιν ανάμεσα στους νεκρούς.


Μακριά από κει, πέρα από το πέπλο του καπνού, χιλιάδες ιππείς κατέφθαναν στο αχανές στρατόπεδο όπου ξεπέζευαν μέσα σε φοβερή οχλαγωγία ανταλλάσσοντας μεταξύ τους τεχνικές για ανάστροφες σπαθιές, κι αμέσως έπεφταν με τα μούτρα στο φτηνόκρασο και το ταγγιασμένο κατσικίσιο ξύγκι.


Ένας αιματοβαμμένος, κατάκοπος από τη μάχη Χαν ξεπέζεψε μπροστά στη μεγαλόπρεπα διακοσμημένη Αυτοκρατορική σκηνή του.


«Ποιά μάχη ήταν αυτή;», ρώτησε το γιό του, τον Ογκντάι, που τον είχε συνοδεύσει. Ο Ογκντάι ήταν ένας νεαρός και φιλόδοξος στρατηγός που έτρεφε ζωηρό ενδιαφέρον για κάθε είδους τις βιαιοπραγία. Ήλπιζε να βελτιώσει το δικό του Παγκόσμιο Ρεκόρ του Τότε Γνωστού Κόσμου για το μεγαλύτερο αριθμό χωρικών που μπορούσε να διαπεράσει με μία και μοναδική σπαθιά, και απόψε σκόπευε να κάνει λίγη εξάσκηση.


Δρασκέλησε ως τον πατέρα του.


«Ήταν η Μάχη της Σαμαρκάνδης, ω Χαν!», του ανακοίνωσε, και κροτάλισε με τρομερά εντυπωσιακό τρόπο το σπαθί του.


Ο Χαν σταύρωσε τα μπράτσα κι ακούμπησε στο άλογό του, ατενίζοντας πάνω από τη ράχη του το φοβερό χάος που είχαν προκαλέσει στην κοιλάδα παρακάτω.


«Ωχ, δεν τις ξεχωρίζω πλέον», είπε με αναστεναγμό, «νικήσαμε;».


«Ω, ναι! Ναι! Ναι!», φώναξε ο Ογκντάι με φλογερή περηφάνια, «Ήταν μια πραγματικά μεγαλειώδης νίκη!».


«Στ’ αλήθεια ήταν!», πρόσθεσε κραδαίνοντας και πάλι το σπαθί του. Το τράβηξε ενθουσιασμένος και σπάθισε λίγο τον αέρα για εξάσκηση. Ναι, σκέφτηκε, απόψε θα δοκίμαζε να σουβλίσει έξι μαζί.


Ο Χαν στραβομουτσούνιασε με το σούρουπο που έπεφτε.


«Ωχ Θεέ μου», είπε, «έπειτα από είκοσι χρόνια μ’ αυτές τις δίωρες μάχες, ξέρεις νιώθω ότι πρέπει να υπάρχει και κάτι περισσότερο σ’ αυτή τη ζωή». Γύρισε, ανασήκωσε το χρυσοκέντητο χιτώνιό του και κοίταξε την τριχωτή κοιλιά του. «Για πιάσε εδώ», είπε, «λες να πήρα κιλά;».


Ο Ογκντάι παρατηρούσε την κοιλιά του μεγάλου Χαν με δέος ανάμικτο με ανυπομονησία.


«Εε όχι», είπε «όχι, όχι καθόλου». Μ’ ένα χτύπημα των δαχτύλων ο Ογκντάι κάλεσε έναν υπηρέτη για να του φέρει τους χάρτες του, τον διαπέρασε με το σπαθί, και καθώς εκείνος κατέρρεε έπιασε από τα παραλυμένα, άλλα πάντως όχι ξαφνιασμένα δάχτυλά του, τα σχέδια για τη μεγάλη εκστρατεία.


«Τώρα, ω Χαν», είπε, ξετυλίγοντας το χάρτη πάνω στην πλάτη ενός άλλου υπηρέτη που στεκόταν σκυμμένος ειδικά γι αυτήν τη δουλειά, «πρέπει να βαδίσουμε προς την Περσία, κι από κει θα είμαστε σε θέση να κατακτήσουμε ολόκληρον τον κόσμο!».


«Όχι, πιάσε να δεις», είπε ο Χαν, τσιμπώντας μια δίπλα σάρκας ανάμεσα στα δάχτυλά του, «δε σου φαίνεται ότι...».


«Χαν!», τον διέκοψε ανυπόμονα ο Ογκντάι, «είμαστε έτοιμοι να κατακτήσουμε τον κόσμο!». Έμπηξε στο χάρτη ένα μαχαίρι, καταφέρνοντας έτσι μιαν άσχημη κοψιά στον αριστερό πνεύμονα του υπηρέτη που βρισκόταν από κάτω.


«Πότε;», είπε ο Χαν σουφρώνοντας τα χείλια.


Ο Ογκντάι τίναξε αγανακτισμένος τα χέρια του ψηλά. «Αύριο!», είπε, «ξεκινάμε αύριο!».


«Α ναι, ξέρεις όμως, αύριο είναι λιγάκι δύσκολο», είπε ο Χαν. Ξεφύσηξε και συλλογίστηκε για μια στιγμή. «Το θέμα είναι ότι την άλλη βδομάδα έχω εκείνη τη διάλεξη στη Μπουχάρα πάνω στις τεχνικές της σφαγής, κι έλεγα να την προετοίμαζα αύριο».


Ο Ογκντάι απόμεινε να τον κοιτάζει άναυδος καθώς ο χαρτοφόρος υπηρέτης σωριαζόταν αργά πάνω στο πόδι του.


«Ε, και δεν μπορείς να το αναβάλεις;», έκανε.


«Ναι αλλά ξέρεις, μ’ έχουνε πληρώσει ήδη αρκετά και γι’ αυτό είμαι κάπως δεσμευμένος».


«Την Τετάρτη τότε;».


Ο Χαν έβγαλε έναν πάπυρο από το χιτώνιό του και τον περιεργάστηκε, κουνώντας το κεφάλι του αργά. «Για την Τετάρτη δεν είμαι σίγουρος…».


«Την Πέμπτη;».


«Όχι, για την Πέμπτη είμαι σίγουρος. Έχουμε καλέσει τον Ογκντάι με τη γυναίκα του για φαγητό, και τους έχω υποσχεθεί...».


«Μα εγώ είμαι ο Ογκντάι!».


«Ορίστε λοιπόν. Ούτε κι εσύ θα μπορούσες, άρα».


Τη σιωπή του Ογκντάι διέκοπτε μονάχα η φασαρία των χιλιάδων τριχωτών Μογγόλων που φώναζαν και τσακώνονταν και μεθοκοπούσαν.


«Κοίτα», είπε ήρεμα, «θα είσαι μήπως έτοιμος να κατακτήσεις τον κόσμο... την Παρασκευή;».


Ο Χαν αναστέναξε. «Είναι που έρχεται η γραμματέας μου τα πρωινά της Παρασκευής».


«Έτσι ε;».


«Όλες αυτές οι επιστολές που πρέπει ν’ απαντήσω. Είναι απίστευτο πώς μου τρώει το χρόνο ο κόσμος με τις απαιτήσεις του, ξέρεις». Έγειρε σκυθρωπός πάνω στο άλογό του. «Να υπογράψω το ένα, να εμφανιστώ στο άλλο». Μήπως μπορείτε σας παρακαλώ να κάνετε μια σφαγή με χορηγό, για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Κι έτσι αυτό κρατάει τουλάχιστον μέχρι τις τρεις, και μετά ήλπιζα ν’ αποδράσω νωρίς για το σαββατοκύριακο. Τη Δευτέρα τώρα, τη Δευτέρα...».


Ξανασυμβουλεύτηκε τον πάπυρό του.


«Φοβάμαι ότι και τη Δευτέρα αποκλείεται. Ξεκούραση και ανάπαυλα, κι αυτό είναι κάτι που επιμένω. Τι θα ‘λεγες όμως για την Τρίτη;».


Το παράξενο οξύ βούισμα που έφθανε από μακριά έμοιαζε εκείνη τη στιγμή με το φυσιολογικό θρηνητό των γυναικόπαιδων πάνω από τους σφαγμένους άντρες τους κι έτσι ο Χαν δεν έδωσε σημασία. Στον ορίζοντα τρεμόπαιζε ένα φως.


«Την Τρίτη - κοίτα, το πρωί είμαι ελεύθερος - όχι, κάτσε μια στιγμή, έχω πει να δω αυτόν τον τρομερά ενδιαφέροντα τύπο που ξέρει απολύτως τα πάντα σχετικά την κατανόηση των πραγμάτων, κάτι που εγώ δηλαδή τα πάω πολύ χάλια. Κρίμα κιόλας γιατί αυτή ήταν και η μοναδική ελεύθερή μου μέρα την άλλη βδομάδα. Την ερχόμενη Τρίτη τώρα, θα μπορούσαμε να το σκεφτούμε - ή μήπως είναι η μέρα που...».


Το οξύ βούισμα συνεχίστηκε, και μάλιστα εντάθηκε, αλλά το βραδινό αεράκι το έφερνε ως εκεί τόσο απαλά που δεν κατάφερνε ακόμα να ερεθίσει τις αισθήσεις του Χαν. Το φως που πλησίαζε ήταν τόσο χλωμό ώστε δεν ξεχώριζε από το φεγγάρι, που τη νύχτα εκείνη έφεγγε λαμπρό.


«- κι έτσι, φοβάμαι ότι και το Μάρτη αποκλείεται, ουσιαστικά», είπε ο Χαν.


«Τον Απρίλη;», ρώτησε με κόπο ο Ογκντάι. Ξερίζωσε βαριεστημένα το συκώτι ενός περαστικού χωρικού, αλλά όλη η διασκέδαση είχε πια εξατμιστεί. Το πέταξε αδιάφορα στο σκοτάδι. Ένα σκυλί που με τα χρόνια είχε γίνει τετράπαχο διατηρώντας την απλή συνήθεια να τριγυρίζει πάντα κοντά στον Ογκντάι χίμηξε για να το πιάσει. Ήτανε δυσάρεστες εποχές.


«Όχι δε γίνεται τον Απρίλη», είπε ο Χαν - «Τον Απρίλη θα πάω στην Αφρική, είναι κάτι που μου το έχω υποσχεθεί».


Το φως που τους πλησίαζε στο νυχτερινό ουρανό τράβηξε τώρα επιτέλους την προσοχή σε έναν-δυο Μογγόλους αρχηγούς που βρίσκονταν εκεί γύρω, οι οποίοι διέκοψαν απορημένοι το αλληλοχτύπημα και το μαχαίρωμα και πλησίασαν κοντά.


«Κοίτα», είπε ο Ογκντάι, χωρίς ούτε κι αυτός να έχει πάρει είδηση τι συνέβαινε, «μπορούμε τότε σε παρακαλώ να συμφωνήσουμε να κατακτήσουμε τον κόσμο έστω το Μάη;».


Ο μεγάλος Χαν ρούφηξε αέρα μέσα από τα δόντια. «Δε μου αρέσει να δεσμεύομαι από τόσο νωρίς. Νιώθει κανείς τόσο εγκλωβισμένος όταν η ζωή του είναι προγραμματισμένη τόσο απόλυτα και εκ των προτέρων. Πρέπει να διαβάζω περισσότερο, να πάρει η ευχή, πότε θα βρω το χρόνο να το κάνω αυτό; Τέλος πάντων -», αναστέναξε και γρατζούνησε κάτι στον πάπυρό του, «‘Μάιος - πιθανή κατάκτηση του κόσμου’. Πρόχειρα το σημειώνω τώρα αυτό, με μολύβι, μην το δέσεις κόμπο, έτσι; - αλλά θύμιζέ το μου και θα δούμε τι θα γίνει. Επ, τι είναι αυτό;».


Αργά, με τη χάρη όμορφης γυναίκας καθώς μπαίνει στην μπανιέρα, ένα μακρόστενο, λεπτό, ασημένιο σκάφος προσγειώθηκε απαλά στο έδαφος. Ένα μαλακό φως ξεχύθηκε από μέσα του. Από καταπακτή που άνοιγε ξεπρόβαλε ένα ψηλό, κομψό πλάσμα με μια παράξενα φινετσάτη γκριζοπράσινη επιδερμίδα. Με αργά βήματα, πλησίασε προς το μέρος τους.


Στο δρόμο του κείτονταν η σκοτεινή σιλουέτα ενός χωρικού που έκλαιγε χαμηλόφωνα από την ώρα που είδε το συκώτι του να γίνεται μεζές για το σκύλο του Ογκντάι και κατάλαβε ότι με τίποτα πια δε θα το ξανάπαιρνε πίσω, ενώ αναρωτιόταν πώς θα τα έβγαζε πέρα τώρα η φουκαριάρα η γυναίκα του. Επέλεξε τελικά εκείνη ακριβώς τη στιγμή για να αποδημήσει σ’ έναν καλύτερο κόσμο.


Ο ψηλός εξωγήινος δρασκέλησε από πάνω του με αποστροφή αλλά, παρότι θα χρειαζόταν να παρατηρήσεις την έκφρασή του πολύ προσεκτικά για να το καταλάβεις, και μια μικρή δόση ζήλιας. Έγνεψε ελαφρά προς έναν-έναν τους συγκεντρωμένους Μογγόλους αρχηγούς κι έβγαλε ένα μικρό σημειωματάριο μέσα από το βαρύ, μεταλλικό του μανδύα.


«Καλησπέρα σας», είπε το πλάσμα με ψιλή, κουναβίσια φωνή, «ονομάζομαι Οουαουμπάγκερ, ο επιλεγόμενος και Απείρως Παρατεταμένος, αλλά δεν θα σας κουράσω με το γιατί. Χαίρετε».


Γύρισε και απευθύνθηκε στο μεγάλο Χαν που είχε γουρλώσει εντελώς τα μάτια.


«Είσαι ο Τζένγκις Χαν; Ο Τζένγκις Τεμουτζίν Χαν, γιος του Γεσουγκέι;».


Οι πάπυροι του ημερολογίου γλίστρησαν στο έδαφος από τα χέρια του Χαν. Η χλωμή φωταψία από το σκάφος του Οουαουμπάγκερ έλουζε τα παραμορφωμένα από την απορία, γεμάτα σκοτούρες κιτρινωπά χαρακτηριστικά του. Σαν μέσα σε όνειρο, ο μεγάλος Αυτοκράτορας αποκρίθηκε κάνοντας ένα βήμα εμπρός.


«Μπορούμε να ελέγξουμε μια στιγμή την ορθογραφία;», είπε ο εξωγήινος, δείχνοντάς του το σημειωματάριο, «δεν θα ήθελα καθόλου στην παρούσα φάση να γίνει κάποιο λάθος και μετά να πρέπει να τα ξανακάνω όλα από την αρχή, ειλικρινά».


Ο Χαν έγνεψε αχνά.


«Ο αριθμός των νι είναι σωστός;», ρώτησε ο εξωγήινος.


Ξανά, ο αποσβολωμένος Αυτοκράτορας έγνεψε το κεφάλι καταφατικά, με τα μάτια ακόμα γουρλωμένα.


«Ωραία», είπε ο Οουαουμπάγκερ, και πρόσθεσε ένα τικ στο σημειωματάριό του. «Τζένγκις Χαν», είπε, «είσαι ένας μαλάκας· είσαι ένας μπεκρούλιακας· είσαι ένα τοσοδούλι κουραδάκι. Σ’ ευχαριστώ». Και μ’ αυτό, επέστρεψε στο σκάφος του και πέταξε μακριά.


Μια πολύ δυσάρεστη σιωπή επικράτησε.


Αργότερα την ίδια χρονιά ο Τζένγκις Χαν όρμησε στην Ευρώπη με τέτοια λύσσα που σχεδόν ξέχασε να πυρπολήσει την Ασία προτού φύγει.


Comments